NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Friday, December 07, 2007

Ολόκληρο το συναξάρι του "αγίου" Αρτεμίου προστάτη και των όρχεων.


Ο Άγιος Αρτέμιος, που συνεορτάζει με τον συνονόματό μου Άγιο Γεράσιμο, είναι προστάτης της Αστυνομίας.- Αποσβολωμένος και εξοργισμένος ένας αστυνομικός διάβασε στον Φίλαθλο ότι σύμφωνα με το συναξάρι του Αγ. Νικοδήμου ο Αγ. Αρτέμιος είναι προστάτης και των όρχεων.
- Αποτάνθηκε στους συνδικαλιστές του ο αστυνομικός και αυτοί πάθανε την πλάκα τους. Πολύ περισσότερο όταν έψαξαν τη σχετική βιβλιογραφία.[Πράγματι ο Αγ. Αρτέμιος, όπως γράφουν οι γραφές, θεράπευσε ασθενή που είχε ασίγαστο ερωτικό πάθος εξ αιτίας των ορμονών που έκχυαν οι όρχεις του. Τους πιάνει ο Άγιος και τους στραμπουλίζει βίαια. Ο ασθενής, όπως γράφουν τα συναξάρια, ιάθη μη νοιώθοντας ξανά πάθος.]
Πάντως, τα συνδικαλιστικά σωματεία των αστυνομικών, για να κατευνάσουν τους θυμωμένους συναδέλφους τους, αναζητούν- μία φορά και αυτοί- άλλον προστάτη.




Ολόκληρο το συναξάρι (Για γέλια ή για κλάματα)


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

Τώ σύτώ μηνί Κ', τού αγίου μεγαλομάρτυρος Αρτεμίου.
Ο πάντα λαμπρός Αρτέμιος εν βίω, Τμηθείς άνηλθεν εις υπέρλαμπρον κλέος. Είκάδι Αρτέμιος πυκινόφρων δσσ' εκάλυψεν.


Ούτος ό μακάριος Αρτέμιος έγινε δούξ και αύγουστάλιος, ήτοι μικρός Αύγουστος της Αλεξανδρείας· ομοίως έγινε και πατρίκιος από τον μέγαν Κωνσταντίνον τον βασιλέα έν ετει τλ' (330), ότε δε ό παραβάτης Ιουλιανός έγινε βασιλεύς έν έτει τξα' (361), και ετιμώρει τους χριστιανούς είς την 'Αντιόχειαν, τότε ο μακάριος ούτος Αρτέμιος αυτόκλητος επήγεν εις το μαρτύριον. Παρασταθείς δε ενώπιον του αποστάτου, ήλεγξε την αποστασίαν αυτού και παρανομίαν όθεν έδειραν αυτόν μέ βούνευρα ωμά και κατεξέσχισαν την ράχιν του μέ τριβόλια κοπτερά και μέ αγκίδας σιδηράς εκάρφωσαν τά πλευρά και τά βλέφαρα του· έπειτα έσχισαν εις δύο μίαν πλά­κα μεγαλωτάτην και αναμέσον αύτης έβαλον τον άγιον. Άπό δέ το υπερβολικόν βάρος της πέτρας, τόσον εσφίγχθη το σώ­μα του, ώστε έκβηκαν έξω οι οφθαλμοί του· είτα ετράβισαν έξω τά εντόσθια του και κάθε του μέλος εσύντριψαν, και τέλος απεκεφάλισαν αυτόν και ούτως έλαβεν ό τρισμακάριος του μαρτυρίου τον άμάραντον στέφανον. Το δε άγιον αυτού λείψανον έφέρθη από την Αντιόχειαν είς την Κωνσταντίνουπολιν παρά τίνος γυναικός διακόνου, καλούμενης Αρίστης και ενεταφιάσθη εις τόπον λεγόμενον Οξείαν.

Αξιον δε είναι να προσθέσωμεν εδώ και μερικών θαυ­μάτων τού αγίου διήγησιν άνθρωπος τις έχων τα δίδυμα του πολλά εξογκωμένα από το σπάσημον, έπηγεν εις τόν ναόν του αγίου Αρτεμίου κλαίων και ζητών την ίατρείαν. Εκείτετο λοιπόν ο ασθενής εις το μέσον του ναού επάνω είς στρώμα, και ολίγον υπνώσας, βλέπει τόν άγιον Άρτέμιον εις τόν ύπνον του λέγοντα αύτο, δείξον μου το πάθος σου, ό δε έδει­ξε τόν τόπον, όπου είχε τό πάθος. Τότε ό άγιος κύφας (έσκυψε) και πιάσας επιτήδεια μέ τάς δύο του χείρας τό σπάσιμον τών διδύμων του, έσφιγξεν αυτά όσον έδύνατο, ό δέ ασθενής πονήσας μεγάλως και φωνάξας τό, ούαί μοι, έξύπνησε και εύρε τόν ε­αυτόν του υγιή δοξάζων τόν θεόν και τόν άγιον.


Άλλος πάλιν έχων τρεις κήλας (φούσκας) είς τα δίδυ­μα του, επήγεν εις τόν άγιον Αρτέμιον και εκαμεν αγρυπνίαν, αποκαμών δέ υπό της αγρυπνίας εκοιμήθη· και ίδού φαί­νεται ό άγιος είς αυτόν, και γυμνώσας τό πάθος και ψηλαφήσας μέ τάς χείρας του, έσφράγισεν αυτό μέ τό σημείον του σταυρού- έπειτα κεντήσας αυτόν είς την πλευράν, έγινεν ά­φαντος. Ο δέ ασθενής έξυπνήσας, εύρεν εαυτόν υγιή, και έδόξασε τόν θεόν και τόν άγιον. Άλλος δέ πάλιν έχων μίαν μεγάλην κήλην είς τα δίδυμα του, έπηγεν εις τόν ναόν του αγίου, παρακαλών αυτόν διά νά τόν ίατρεύση. Ό δέ άγιος φα­νείς είς τόν ύπνον του, έσχισε μέ μαχαίρια τό πάθος του και εχύθη ύλη πολλή και βρωμερά. Ό δέ ασθενής εξυπνήσας, τόν μέν εαυτόν του εύρεν υγιή, τά δέ ενδύματα του και τό έδα­φος της γης εύρε γεμάτα από υγρασίαν και βρώμαν πολλήν.


Άλλος πάλιν νεωστι ελθών από τήν Αφρικήν και άκου­σας από ένα χριστιανόν τά θαύματα του αγίου Αρτεμίου, έπίστευσεν αυτά άδιστάκτως. Όθεν επειδή αυτός είχεν ένα συγγενή εις τήν 'Αφρικήν πάσχοντα και κινδυνεύοντα από τό σπάσιμον τών διδύμων, επήρεν όσα ήσαν επιτήδεια διά νά κά­μη αγρυπνίαν και επήγεν είς τήν εκκλησίαν του αγίου Αρ­τεμίου, ίνα παρακάλεση τόν άγιον διά τόν συγγενή του· αφού δέ έτελείωσε τήν άγρυπνίαν, επήρεν έλαιον από τήν κανδήλαν τού αγίου και έγύρισεν είς τήν οίκίαν όπου έμενεν. Ό δέ άγιος Αρτέμιος κατά τήν νύκτα εκείνην, κατά τήν οποίαν ήγρύπνει ο ρηθεις χριστιανός εις τήν Κωνσταντινούπολιν, ώ τού θαύματος! έπηγεν είς τήν Αφρικήν και σταθείς επάνω είς τήν κλίνην του πάσχοντος, λέγει είς αυτόν επειδή ο συγ­γενής σου μέ παρεκάλεσεν υπέρ σού είς τήν Κωνσταντινούπολιν, διά τούτο από τού νυν και είς τό εξής άς είσαι υγιής. Ο δέ ασθενής έξυπνήσας, εύρε τόν εαυτόν του υγιή έν αλή­θεια* όθεν και δόξαν άπέδωκεν είς τόν θεόν. Επειδή όμως δέν έγνώριζε, ποίος ήτο ο χαρίσας είς αυτόν τήν ύγιείαν, ήγάπα νά μάθη τό όνομα του· όθεν γράφει είς τόν συγγενή του εκείνον, όστις παρεκάλεσε περί αυτού τόν άγιον Αρτέμιον και του φανερώνει, ποίαν ημέραν εφάνη είς αυτόν ό άγιος και πώς ίάτρευσεν αυτόν μέ τελειότητα. Ό δέ συγγενής του ταύτα μαθών, έννόησεν ότι κατ' έκείνην τήν νύκτα, κατά τήν ο­ποίαν έγινεν ή αγρυπνία είς τήν Κωνσταντινούπολιν, κατ' έ­κείνην τήν ιδίαν 97 ιάτρευσεν ο άγιος τόν συγγενή του είς τήν Αφρικήν, και μεγάλως εθαύμασεν. Όθεν επήγε πάλιν εις τόν ναόν του αγίου και έδωκεν είς αυτόν τήν πρέπουσαν εύχαριστίαν, διηγούμενος και το θαύμα είς τους εκεί παρόντας· ακολούθως δέ έγραψεν είς τόν συγγενή του πώς ηκολούθησεν η υπόθεσις και πώς ο τούτον ίατρεύσας είναι ό άγιος Αρ­τέμιος.


Άλλος χριστιανός έχων βάρος ανυπόφορον εις τά δί­δυμα, εζήτει την ιατρείαν ό δε άγιος Αρτέμιος έφάνη είς τον ύπνον του και λέγει αύτω· Αδελφέ, ύπαγε είς τόν γείτονα σου Ίωάννην τόν χαλκέα και βάλε την κήλην τών διδύμων σου επάνω είς τόν άκμωνά του, και εάν εκείνος κτυπήση αυ­τήν δυνατά με το πυρωμένον σφυρίον του, ευθύς θά ίατρευθής. Ό δε ασθενής εφοβείτο νά κάμη τούτο, ως οδυνηρόν. Ο­θεν πάλιν εφάνη ό άγιος είς αυτόν και πάλιν του λέγει τά αυτά, ό δε ασθενής πάλιν εφοβείτο νά κάμη τούτο. Τότε ό ά­γιος και τρίτον φανείς είς αυτόν τω λέγει· Πίστευσόν μοι, α­δελφέ, ότι αν δέν κάμης τούτο, όπερ σοι είπον, ποτέ δεν θά ιατρευθής, ό δε ασθενής θέλων καί μή θέλων, εξ ανάγκης επήγεν είς τόν χαλκέα και έβαλε το σπάσιμόν του επάνω είς τόν άκμωνα εκείνου. Βλέπων δε το πυρωμένον σφυρίον ότι κατέβαινεν επάνω εις το σπάσιμόν του, ετραβίχθη οπίσω άπό τόν φόβον του, και ώ του θαύματος! ευθύς το σπάσιμόν ηφανίσθη και το σφυρίον έκτύπησεν επάνω είς τόν ξηρόν άκμωνα. Έθαύμασαν δε και οί δύο, ό,τε χαλκεύς και ό ασθενής διά το παράδοξον αυτό θαύμα· όθεν και οί δύο έδόξασαν και ευχαρίστησαν έξ όλης καρδίας τόν θεόν, όστις εδόξασε τόσον τόν μάρτυρα του Άρτέμιον.


Άλλα και άλλος χριστιανός, λαβών με πίστιν θερμήν έλαιον και κηρία έπήγαινεν εις τόν ναόν του αγίου Αρτεμίου, καθ' όδόν δε έρωτήθη από ένα ράπτην, που υπάγει* ό δέ χρι­στιανός μετ' ευλάβειας απεκρίθη, υπάγω εις τόν ναόν του α­γίου Αρτεμίου νά προσευχηθώ. Καθώς δέ πήγε παρεμπρός, φωνάζει πάλιν ο ράπτης και λέγει· αδελφέ, όταν έπιστρέψης από τόν άγιον Άρτέμιον, φέρε μοι μίαν κήλην τών διδύμων. Έλεγε δέ τούτο περιγελών τόν άγιον, ότι ίατρεύει τά σπα­σίματα τών διδύμων ό δέ χριστιανός, χωρίς νά φροντίση διά τόν φλύαρον λόγον του ράπτου, έπηγεν είς τόν ναόν του Α­γίου· αφού δέ ετελείωσεν ή θεία λειτουργία, έγύριζεν είς τόν οίκον του. Περιπατούντος δέ αυτού εις τόν δρόμον, ήρχισαν νά καταβαίνουν τά δίδυμα του, και επειδή έκατέβησαν πολύ και το σπάσιμόν του ηυξήθη, εννόησεν ότι διά τόν περιγελαστικόν λόγον εκείνον του ράπτου, έπαθε το πάθος αυτό. Ο­θεν μόλις και μετά βίας έδυνήθη νά φθάση έως είς το έργαστήριον του ράπτου, άπνους σχεδόν ων, από τους πόνους και άφωνος· έκατηγόρει λοιπόν τόν ράπτην και το σπάσιμόν έδείκνυε και έβεβαίωνεν, ότι κατ' άλλον τρόπον δέν ήθελε πάθη τούτο, αν ίσως αυτός δέν έλεγε τάς φλυαρίας εκείνας και τά άξια γέλωτος λόγια όθεν έκ τούτου ήλθον και οί δύο εις λο­γομαχίας και έριδας.


Οί δέ παρευρεθέντες εκεί ηρώτων νά μάθουν τήν αίτίαν διά τήν οποίαν μάχονται· τότε ο πάσχων διηγήθη τόν τρόπον και τήν αίτίαν του πάθους· θέλων δέ νά δείξη καθαρώς τήν άλήθειαν, ότι μέ υπερβολήν ήδικήθη από τόν ράπτην, έσηκωσε μέ θυμόν τά φορέματα του, διά νά δείξη είς τους ορώντας το σπάσιμόν όπερ έπαθε, καί, ώ του θαύματος! αυτός μεν εύρεν εαυτόν υγιή, ό δέ ράπτης έφώναζεν, ούαί μοι! και έδειξεν εις όλους το σπάσιμόν τών διδύμων, όπερ τότε παρευθύς συνέβη είς αυτόν. Ολοι λοιπόν οι παρευρεθέντες, ίδόντες το αίφνίδιον του σπασίματος και ότι άπό τόν χριστιανόν εκείνον μετέβη το πάθος εις τόν ράπτην, έγιναν έκθαμβοι και εις μεν τόν θεόν και τόν τούτου μάρτυρα Αρτέμιον ανέπεμπον δόξαν και ευχαριστίαν, είς δέ τόν ράπτην έλεγον μή λυπησαι αδελφέ, δικαία είναι ή κρίσις τού θεού, διότι εκείνο όπερ έζήτησες, εκείνο και έλαβες. Μέ τούτον τρόπον δοξάζει και είς τήν παρούσαν ζωήν ο θεός τους θεράποντος του. (Τόν κα­τά πλάτος μεταφρασμένον βίον του αγίου τούτου όρα είς τόν Παράδεισον, τόν όποιον βίον ελληνιστί συνέγραψε Συμεών ο Μεταφραστής, ού ή αρχή «Μετά τήν του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος Χρίστου». Σώζεται έν τή τών Ιβήρων καί έν άλλαις και προ τούτων έν τή Λαύρα).