θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα
θεοῖς σωτῆρσιν ἔθυον καὶ ἀναθήματα ἀνέθηκα

NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Friday, January 03, 2014

ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΚΑΙ ΘΕΟΔΩΡΟΣ, Ο ΕΧΘΡΟΣ ΤΩΝ ΘΕΩΝ



 
 
ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΚΑΙ ΘΕΟΔΩΡΟΣ, Ο ΕΧΘΡΟΣ ΤΩΝ ΘΕΩΝ
ή ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ ΠΕΤΡΑ.

Αισχρόν το γ' αισχρόν κάν δοκή κάν μη δοκή. Τούτο Διογένους.
(Αισχρό είναι αυτό πού είτε θεωρείται ως τέτοιο, είτε και άν δεν θεωρείται)


Πού βρισκόμαστε; Η δημοκρατία των Αθηνών έχει σφαγιάσει τους Μηλίους, τα παληκάρια του Ταυγέτου έβαλαν φαρδειά πλατειά την υπογραφή τους στην Ανταλκείδιο ειρήνη που παρέδιδε στους Πέρσες τον Ελληνισμό της Ιωνίας και ο Κάσσσανδρος εκτέλεσε δικαίως την Ολυμπιάδα.

Στην περίοδο αυτή της παρακμής λάμπει σαν αμόλυντος χρυσός μεταξύ Κυνικών, Στωϊκών, Επικουρείων και Ηδονιστών ένας αντάξιος του ανάξιου Θερσίτου, ο εχθρός των Θεών, Θεόδωρος.

Θεόδωρο τον ονόμασαν οι γονείς του με σαρκασμό ίσως και κάποια δόση απόγνωσης, τον απόλυτο εκφραστή της παρακμής που είχε το θράσος να τρυπώσει στις δέλτους της ιστορίας ως Θεόδωρος ο άθεος, Κυρηναϊκός τάχα φιλόσοφος.

Ο αστήρ αυτός της διανόησης που πάντα θα θαυμάζεται από οινόφλυγας, κοινωνικά παράσιτα και απορρίματα κάθε εποχής, μετά από πολλή σκέψη και σκοπίμως λανθασμένους συλλογισμούς, συμπέρανε ότι δεν υπάρχει τίποτε το οποίον να μην επιτρέπεται “υπο συνθήκας τινάς”.

Βουλιάζοντας όλο και πιο βαθειά, ισχυρίζεται πως ο “σοφός” (εννοεί τον εαυτό του) ελεύθερος των προκαταλήψεων, δύναται να γίνει μοιχός, κλέπτης ή ιερόσυλος. Την φιλία την θεωρεί περιττή, την υπέρ πατρίδος αυτοθυσία θεωρεί γελοίον τι, καθόσον ο σοφός πατρίδα έχει τον κόσμο. Οι περί θρησκείας και θεών ασύστολαι δοξασίαι της Κυρηναϊκής δεν τον ικανοποιούν γι αυτό και αμφισβήτησε απολύτως την ύπαρξη των Θεών εξ ού και εκλήθη Άθεος.

Επεξεργαζόμενος την δική του πολιτεία από την οποία εξόρισε τους Θεούς, μαζί με την ηθική, τον πατριωτισμό και κάθε “αδυναμία” που αναβιβάζει τον άνθρωπο, επισκέπτεται τα Πύθια.

Στον δρόμο για το στάδιο, συναντά στο θέατρο τον Διογένη και του αναπτύσσει το εφιαλτικό του όραμα. Κοίταξε του λέει γύρω σου πως θα αναμορφωθεί ο τόπος των Δελφών. Καθόσον θα πετάξουμε με τις κλωτσιες τους θεούς από τους ναούς τους, οι χώροι που θα μείνουν κενοί θα γίνουν αποθήκες, σταύλοι και πορνεία. Τις παρθένες κόρες θα τις βάλουμε να μας φέρνουν χρήμα και απόλαυση στους πολίτες.

Τα χρυσά αγάλματα των Θεών θα τα λοιώσουμε και φτοιάξουμε δοχεία νυκτός. Τό στάδιο θα το περιφράξουμε και εκεί θα εκτρέφουμε ταύρους, βόδια και αγελάδες. Τους ποιητές θα τους υποχρεώσουμε να γράφουν ύμνους σε κάθε είδους αισχρότητα, ανοησία και παραλογισμό.

Τα όπλα τα χάλκινα και τα σιδηρά θα τα μετατρέψουμε σε χύτρες για να βράζουμε φασολάδα και φακές.

Όταν όλα αυτά γίνουν και πάλι δεν μας αρέσουν, τότε θα πάρουμε ένα αλέτρι και θα οργώσουμε τους Δελφούς για να μην αφήσουμε τίποτα.

Ο Διογένης τόσο εθαύμασε τα εμπνευσμένα λόγια του Θεόδωρου που έσκυψε (ο Θεόδωρος νόμισε ότι τον προσκυνούσε για την μεγαλωσύνη του) άρπαξε μία πέτρα, την εξεσφενδόνισε στην στην κεφαλή του Θεόδωρου και έκραξε μεγάλως: “Με την πέτρα αυτή ως κεραυνό του Διός σε μετονονομάζω σε Θεοδ-άρα καταραμένο δηλαδή από τους Θεούς, ελεεινέ σκώληκα σεσηπότα”.

Από τότε το σημείο αυτό στους Δελφούς το ονόμαζαν ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ ΠΕΤΡΑ και για χρόνια έδειχναν την ίδια την πέτρα που είχε ρίξει ο Κυνικός.

Δυστυχώς όμως το κακό είχε γίνει. Τα λόγια του Θεοδ-άρα τα είχε ακούσει ένας ιδεολογικός πρόγονος του Σαούλ από την Ταρσό, που τριγυρνούσε στα μέρη τα Ελληνικά και βυσσοδομούσε πως την Ελλάδα να καταστρέψει και να κατασκάψει. Τα σημείωσε όλα λεπτομερώς και κάθισε και σχεδίασε το πλήρες πρόγραμμα της ανατροπής. Με την βοήθεια μίας θρησκείας που στον πυρήνα και την ουσία της θα ήταν η αθεΐα του Θεοδ-άρα, σύντομα οι Έλληνες θα έβρισκαν γκρεμισμένα τα ιερά τους, σφαγισθέντες τους πολίτες και αντεστραμμένο τον Ελληνικό κόσμο.

Οι ιδεολογικοί απόγονοι του Θεοδ-άρα τιμώντας την αναισχυντία του αναίσχυντοι και αυτοί, ούτε τον τιμούν με ανδριάντες, ούτε τον αναφέρουν ποτέ.
 
 


Ο Θεόδωρος ο Άθεος στον κάτω κόσμο
 
Όταν πέθανε ο Θεόδωρος ο Άθεος και ο βαρκάρης πήρε την ψυχή του στον κάτω κόσμο, μόλις πάτησε το πόδι του στην άλλη όχθη, τον είδαν όλοι οι καταραμένοι και έφριξαν. Έγινε συμβούλιο και αποφασίστηκε πως δεν μπορεί να παραμείνει στον κάτω κόσμο. Τον βάζουν λοιπόν ξανά στην βάρκα και τον πετάνε πίσω. Η ψυχή του λοιπόν μπήκε στο σώμα ενός λυσσασμένου σκύλου που μόλυνε τα ζώα.

Οι αγρότες έκαναν ένα απόσπασμα για να τον σκοτώσουν και στο κυνήγι ο Σκυλο-θόδωρος μπήκε στον περίβολο ενός ναού και από την πείνα του έφαγε τα υπολλείματα μιάς θυσίας. Ο Θεός οργίστηκε από την νέα ιεροσυλία του Θεόδωρου, τον άρπαξε και του γύρισε τα μέσα, έξω. Τώρα τα έντερά του ήταν από έξω και οι τρίχες του από μέσα.

Έτσι του είπε θα ζείς στον αιώνα για να διδάσκονται οι άνθρωποι τι περιμένει τους βέβηλους.
 
 

Όταν ο Θεόδωρος ο άθεος, αντίκρυσε την Πελληνή Αρτέμιδα.

Η Κυρηναϊκή σχολή δεν ήταν όπως την γνωρίζουμε σήμερα, αλλά ξεκίνησε με καλές προθέσεις και με όλα τα εφόδια, καθόσον ο αρχηγός της Αρίστιππος σπούδασε δίπλα στον Σωκράτη και υιοθέτησε όλες τις ευγενείς διδασκαλίες του.

Κάποια στιγμή όμως θεώρησε πως ήταν απαραίτητο να βρεθεί η σχολή κάτω από την προστασία κάποιου θεού όπως συνέβαινε με την Περιπατητική (Λύκιος Απόλλων) και την Ακαδημία (ήρως Ακάδημος). Επειδή όμως δεν έβρισκαν το κατάλληλο άγαλμα, ζήτησαν από ανθρώπους τους στην Ελλάδα να τους στείλει κάποιος αυτό που ζητούσαν.

Μετά από μήνες πράγματι φτάνει στο λιμάνι της Κυρήνης ένα πλοίο που ανάμεσα στο φορτίο του είχε τυλιγμένο σε μαύρα πανιά και τοποθετημένο σε ξύλινο κουτί το άγαλμα που ζητούσαν.

Οι μαθητές της σχολής παρέλαβαν το άγαλμα, το φρόντισαν και το τοποθέτησαν μέσα σ΄ ένα ιερό που είχαν κατασκευάσει στην αυλή, ακριβώς στο σημείο που όπως έλεγε το μαντείο είχε τρύπα πάνω στον ουρανό.

Την ημέρα της καθιέρωσης μαζεύτηκαν φίλοι, μαθητές και πολλοί περίεργοι και αφού μίλησαν, έψαλαν και έριξαν σπονδές, στο τέλος ήλθε η ώρα των αποκαλυπτηρίων.

Καθώς αποκαλύπτει το ύφασμα την κεφαλή του αγάλματος, τα πάντα σταματούν, χάνουν όλοι την μιλιά τους και μένουν ακίνητοι και τρομαγμένοι για μέρες.

Ο βασιλεύς της Πτολεμαΐδος διέταξε να τους φροντίσουν και να κρύψουν το άγαλμα στα υπόγεια της σχολής, αφού κατάλαβε πως αυτή ήταν η αιτία της ξαφνικής τρομοκατάληψης. Ένας ιερέας και μάντης που εστάλλη από τον Πτολεμαίο κατανόησε πως το άγαλμα αυτό είναι το ίδιο άγαλμα που ανήκε στην Πελλήνη για το οποίο όπως γράφει ο Πλούταρχος στο έργο του Άρατος 3,4: “Οι ίδιοι οι Πελληνείς λένε ότι το ομοίωμα της θεάς τον υπόλοιπο χρόνο βρίσκεται φυλαγμένο και είναι ανέγγιχτο, όταν όμως εκφέρεται αφού αλλάξει θέση από την ιέρεια, κανείς δεν πρέπει να το κοιτάει κατά πρόσωπο, αλλά να παίρνουν όλοι τα μάτια τους από αυτό. Γιατί δεν τύχαινε να είναι φρικτό και βλαβερό θέαμα μόνο για τους ανθρώπους, αλλά και τα δένδρα έκανε άκαρπα και τους καρπούς τους οποίους τύχαινε να έχουν, τους κατέστρεφε. Τότε λένε πως η ιέρεια την μετέφερε (την Αρτέμιδα) και την έστρεψε με το πρόσωπο πάντα πρός τους Αιτωλούς, και τους έκανε έτσι να παραφρονήσουν και να χάσουν το λογικό τους.”

Δυστυχώς όμως έγινε το λάθος και η σχολή συνέχισε να λειτουργεί και να παράγει “φιλοσόφους” τον ένα πιο παράφρονα από τον άλλο.

Το γεγονός είχε ξεχαστεί και κανείς δεν ασχολείτο με το άγαλμα, όταν κάποιος σε μία συζήτηση αποκάλυψε στον Θεόδωρο την ύπαρξη του κρυμμένου αγάλματος στα υπόγεια της σχολής. Με την γενναιότητα και την ορμητικότητα της άγνοιας που διέθετε σε αφθονία, ο Θεόδωρος δηλώνει πως στην ζωή του πρυτανεύει η λογική και δεν πιστεύει σε δεισιδαιμονίες και σκοταδισμούς για ζωντανά αγάλματα που καταστρέφουν τους βέβηλους και τους ανίερους .

Παίρνει ένα δαυλό και κατεβαίνει με μιάς στα υπόγεια. Μόλις όμως έφερε την φλόγα μπροστά στο πρόσωπο της θεάς, η φλόγα του Δαυλού πετάχτηκε με ορμή όχι μόνο στό πρόσωπό του αλλά και σε όλόκληρο το σώμα του και του έκαψε τα ρούχα, το μούσι, τις φαβορίτες, τα φρύδια, τα ματόκλαδα, τα μαλλιά και όλες τις τρίχες ακόμη και αυτές που είχε στην μύτη, τα αυτιά και το απηυθυσμένο.

Δεν έφτανε όμως αυτό αλλά και παραφρόνησε πλήρως. Με τους ανθρώπους δεν είχε καμμία επικοινωνία, αλλά μιλούσε μόνον με τα κοτόπουλα, τους γάλλους, τα βόδια, ακόμη και με τα άψυχα. Αυτοί που τον άκουγαν να μιλάει ορκίστηκαν πως εάν του έστελναν έναν γραμματέα και κατέγραφε τα λόγια του, σίγουρα θά είχαμε έναν φιλόσοφο πολυγραφότερο και από τον Πλάτωνα.

Δυστυχώς τα χρόνια περνούσαν και ο Θεόδωρος δεν συνερχόταν. Όλη την μέρα ήταν με τον Δαυλό στο χέρι και μιλούσε ακατάσχετα επαναλαμβάνοντας διαρκώς τις οθνείες θεωρίες του. Όλοι οι φίλοι του τον βαρέθηκαν, οι χωριάτες όμως της περιοχής αισθάνονταν υπερήφανοι που είχαν ένα τέτοιο τρελό, αφού κάθε χωριό έχει και από έναν και άν τους λείπει τότε διαλέγουν έναν λογικό και στο τέλος τον τρελαίνουν.

Έτσι ο Θεόδωρος ο άθεος κέρδισε σαν τρελός όλη την προσοχή της Κυρήνης, που σαν λογικός κανείς δεν θα γύρναγε να του δώσει σημασία.


 
 
 
Ο Θεόδωρος ο άθεος και η  θεωρία της Παλιγγενεσίας 
 

 

Χάρτης της Κυρήνης
 
Ο Λύσις ο Ταραντίνος που ήταν Πυθαγόρειος και για ένα διάστημα είχε εξοριστεί στην Θήβα όπου έγινε διδάσκαλος του Επαμεινώνδα, επισκεύθηκε την Κυρήνη και παρευρέθηκε στις γιορτές που ήταν αφιερωμένες στον προστάτη Θεό Απόλλωνα.
Σε κάποιο συμπόσιο που δόθηκε στα πλαίσια αυτών των εορτών βρέθηκε ο Θεόδωρος ο άθεος σε διπλανό ανάκλιντρο με τον Λύσι. Η συζήτηση πέρασε από πολλά θέματα ώσπου ο Λύσις ανέπτυξε την θεωρία της Παλιγγενεσίας που ασπάζοντο και οι Πυθαγόρειοι. Του είπε λοιπόν όπως αναφέρει και ο Διογένης ο Λαέρτιος στο 8ο βιβλίο του για την ζωή του Πυθαγόρα τα εξής (1) :
« ο Πυθαγόρας έλεγε για τον εαυτό του πως κάποτε υπήρξε Αιθαλίδης και εθεωρείτο γυιός του Ερμή. (…) Μετά από καιρό γεννήθηκε ως Εύφορβος και πληγώθηκε από τον Μενέλαο. (…) Όταν πέθανε ο Εύφορβος η ψυχή του πήγε στον Ερμότιμο, (…) Όταν πέθανε ο Ερμότιμος, ξαναγεννήθηκε ως Πύρρος, δήλιος ψαράς. Μετά τον θάνατό του ο Πύρρος γεννήθηκε ως Πυθαγόρας και θυμόταν όσα προανεφέρθησαν.
Ο Θεόδωρος ο άθεος σηκώθηκε σχεδόν οργισμένος από αυτά που άκουσε και είπε στον Λύσι πως ότι άκουσε είναι φαντασιώσεις  και κατασκευάσματα πονηρών εγκεφάλων και πως ο άνθρωπος δεν ζεί παρά μία μόνο ζωή και ψυχή δεν υπάρχει αλλά την θεωρία περί ψυχής την κατασκεύασε το ιερατείο για να εκμεταλλεύονται τους αφελείς και αγραμμάτους ανθρώπους.
Ο Λύσις ευγενής και συγκρατημένος απάντησε στον Θεόδωρο τον άθεο παίρνοντας στα χέρια του μία θεατρική μάσκα που ήταν κρεμασμένη στον τοίχο: « Θα προσβάλλεις εσύ και η οικογένειά σου τον Διόνυσο, όπως συνηθίζετε να κάνετε με όλους τους Θεούς, αλλά ο Θεός θα σας συγχωρήσει και θα σας σώσει».
Ο Θεόδωρος ο άθεος δεν έδωσε σημασία στα λόγια του Λύση, αλλά δεν πέρασαν πολλές μέρες που του ήλθαν νέα από την διπλανή πόλη, την Αρσινόη, που σήμερα την ονομάζουν Φαγιούμ.
Σε μια γιορτή του Διονύσου ο γυιός του Θεόδωρου μαζί με άλλα κακομαθημένα και βέβηλα πλουσιόπαιδα της Κυρήνης, συμμετείχαν σε ένα είδος γιορτής μεταμφιεσμένων τυπική για τις γιορτές του Διονύσου.

Η συμμορία του ο γυιού του Θεόδωρου του άθεου έκανε το εξής ιερόσυλο. Άνοιξε γύρω στους είκοσι τάφους Αρσινοητών και τα πορτρέτα τους που παρουσιάζουν τους νεκρούς τα έβαλαν στα πρόσωπά τους.
Δυστυχώς «η κατάρα των νεκρών» όπως θα έλεγαν οι αμαθείς και η μόλυνση από τα πτώματα  έριξαν δέκα από τους αλητήριους στο κρεββάτι με υψηλό πυρετό και ανάμεσά τους και τον γυιό του Θεόδωρου. Εκτός από την αρρώστεια οι δέκα ασθενείς κινδύνευαν  και από την οργή των συγγενών  των νεκρών που συγκεντρώθηκαν γύρω από το σπίτι και απειλούσαν να τους εξοντώσουν.
Ο Θεόδωρος ο άθεος με την βοήθεια ενός φίλου της σχολής τους Αρσινοήτη, έμαθε πως κάτω από το σπίτι περνούσε μία υπόγεια δίοδος που ανήκε στις κατασκευές του ιερού του Διόνυσου. Κρυφίως τώρα πήραν τον γυιό του Θεόδωρου του άθεου και τον φυγάδευσαν μακρυά από το σπίτι.
Το παιδί σώθηκε από την αρρώστεια με τις φροντίδες των ιατρών, αλλά έμαθαν αργότερα πως μετά από τρείς μέρες

τέσσερα από τα άλλα παιδιά είχαν πεθάνει από την μόλυνση και τα άλλα πέντε τα σκότωσαν οι οργισμένοι Αρσινοήτες όταν μπήκαν ένα βράδυ στο σπίτι που το βρήκαν αφύλακτο.
Μετά από ένα μήνα ο Λύσις συνάντησε ξανά τον Θεόδωρο τον άθεο και γνωρίζοντας όλη την ιστορία του υπενθύμισε αυτά που του είχε πεί στο συμπόσιο.
Ο Θεόδωρος ο άθεος όπως ήταν αναμενόμενο αρνήθηκε τις αιτιάσεις του Λύση και ισχυρίστηκε πως όλα έγιναν κάτω από τους νόμους της τύχης και πως οι Θεοί δεν είχαν καμμία ανάμιξη σ’ αυτά.
Ο Λύσις εξοργισμένος από την στάση του Θεόδωρου του άθεου, βλέποντας πως ο άνθρωπος αυτός αρνείται να πεισθεί μετά από μια τόσο προφανή θεϊκή παρέμβαση  του είπε:
« Ακόμη και αν ο Θεός σου παρουσιάζετο μπροστά σου με όλη του την λαμπρότητα, εσύ θα συνέχιζες να οδεύεις στον βέβηλο και υβριστικό δρόμο που χάραξες. Γι αυτό και εγώ από σήμερα δηλώνω πως δεν σε γνωρίζω, αφού το μέλλον σου είναι σκοτεινό και δεν είναι απίθανο και σκύλος μια μέρα να γίνεις.»

(1)
Τοῦτόν φησιν Ἡρακλείδης ὁ Ποντικὸς (Wehrli vii, fg. 89) περὶ αὑτοῦ τάδε λέγειν, ὡς εἴη ποτὲ γεγονὼς Αἰθαλίδης καὶ Ἑρμοῦ υἱὸς νομισθείη· τὸν δὲ Ἑρμῆν εἰπεῖν αὐτῷ ἑλέσθαι ὅ τι ἂν βούληται πλὴν ἀθανασίας. αἰτήσασθαι οὖν ζῶντα καὶ τελευτῶντα μνήμην ἔχειν τῶν συμβαινόντων. ἐν μὲν οὖν τῇ ζωῇ πάντων διαμνημονεῦσαι, ἐπεὶ δὲ ἀποθάνοι τηρῆσαι τὴν αὐτὴν μνήμην. χρόνῳ δ' ὕστερον εἰς Εὔφορβον ἐλθεῖν καὶ ὑπὸ Μενέλεω τρωθῆναι. ὁ δ' Εὔφορβος ἔλεγεν ὡς Αἰθαλίδης ποτὲ γεγόνοι καὶ ὅτι παρ' Ἑρμοῦ τὸ δῶρον λάβοι καὶ τὴν τῆς ψυχῆς περιπόλησιν, ὡς περιεπολήθη καὶ εἰς ὅσα φυτὰ καὶ ζῷα παρεγένετο καὶ ὅσα ἡ 5 ψυχὴ ἐν τῷ Ἅιδῃ ἔπαθε καὶ αἱ λοιπαὶ τίνα ὑπομένουσιν. ἐπειδὴ δὲ Εὔφορβος ἀποθάνοι, μεταβῆναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ εἰς Ἑρμότιμον, ὃς καὶ αὐτὸς πίστιν θέλων δοῦναι ἐπανῆλθεν εἰς Βραγχίδας καὶ εἰσελθὼν εἰς τὸ τοῦ Ἀπόλλωνος ἱερὸν ἐπέδειξεν ἣν Μενέλαος ἀνέθηκεν ἀσπίδα, (ἔφη γὰρ αὐτόν, ὅτ' ἀπέπλει ἐκ Τροίας, ἀναθεῖναι τῷ Ἀπόλλωνι τὴν ἀσπίδα,) διασεσηπυῖαν ἤδη, μόνον δὲ διαμένειν τὸ ἐλεφάντινον πρόσωπον. ἐπειδὴ δ' Ἑρμότιμος ἀπέθανε, γενέσθαι Πύῤῥον τὸν Δήλιον ἁλιέα· καὶ πάντα πάλιν μνημονεύειν, πῶς πρόσθεν Αἰθαλίδης, εἶτ' Εὔφορβος, εἶτα Ἑρμότιμος, εἶτα Πύῤῥος γένοιτο. ἐπειδὴ δὲ Πύῤῥος ἀπέθανε, γενέσθαι Πυθαγόραν καὶ πάντων τῶν εἰρημένων μεμνῆσθαι. 6

Ο Ιεροκλής στο υπόμνημά του Χρυσά Έπη του Πυθαγόρα (στ. 55) σχολιάζοντας το στίχο «Ούτε τα ανέλπιστα να ελπίζεις ούτε και τίποτα να σου διαφεύγει εκ των όντων», καταφέρεται σαφώς εναντίον της πλάνης εκείνων που ερμηνεύσουν κατά γράμμα την πυθαγόρεια και πλατωνική διδασκαλία για τη μετεμψύχωση:
«Εάν κάποιος περιμένει μετά το σωματικό του θάνατο να ντυθεί η ψυχή του το σώμα ενός άλογου ζώου, λόγω των ατελειών του ή φυτού, λόγω της αδράνειας των αισθημάτων του και ο ίδιος, παίρνοντας δρόμο αντίθετο από εκείνους που μεταβάλουν την ουσία του ανθρώπου σε ανώτερο ον, πιστεύει σε ανέλπιστες αξίες, κατακρημνίζοντας την ψυχή του σε μια κατώτερη ουσία, απατάται και αγνοεί τελείως το είδος της ψυχής η οποία ουδέποτε μπορεί να αλλάξει».


(2) Η Κροκοδειλόπολις ή Αρσινόη ήταν αρχαία πόλη της Αιγύπτου στην θέση του σημερινού Φαγιούμ (αραβ. الفيوم, Fayum, Al Fayyum). Λεγόταν αλλιώς και Πτολεμαΐς Ευεργετίς. Η Κροκοδειλόπολη βρίσκεται 130 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της πρωτεύουσας του Καΐρου.



 
 

 
17 ετών ο Θεοδάρας γυρνά στην μάνα του την ώρα που έπλενε τα φλυτζάνια και της λέει:

- Μάνα θα γίνω άθεος.

- Να γίνεις πιδίμ. Εμείς το συμφέρον μας δεν θέλουμε;

 
 
 
 
Ο Βέβηλος Αλικαρνασσεύς
 
  


Στην Δωρική Εξάπολη που απετελείτο από την Κνίδο και την Αλικαρνασσό επί της Μ. Ασίας, την Ιαλυσσό, την Λίνδο και την Κάμειρο επί της Ρόδου και την νήσο Κω , είχαν ορίσει ως κοινό ιερό , στο οποίο συνήρχοντο σε κοινές συνελεύσεις , το ιερό του Απόλλωνος Τροπίου , επί Τροπίου Ακρωτηρίου , κοντά στην Κνίδο .
Η Αλικαρνασσός όμως αποκλείστηκε διότι ασέβησε ένας από τους πολίτες της προς το ιερό αυτό , κι έτσι από εξάπολις έγινε πεντάπολις .
Αιτία της ασέβειας , λένε κάποιοι, ήταν το ύδωρ της Σαλμακίδης πηγής και σ’ αυτήν απέδειδαν την αδυναμία του χαρακτήρος και τις κακές έξεις των πολιτών . Ο Στράβων όμως καυτηριάζει την συμπεριφορά των Αλικαρνασσέων , γράφοντας (c 656) :  «…. Η Σαλμακίς κρήνη διαβεβλημένη ουδ’, οιδ’ όπισθεν ως μαλακίζουσα τους πίοντας απ’ αυτής . Έοικε δε η τρυφή των ανθρώπων αιτιάσθε τους αέρας και τα ύδατα τρυφής δε αίτια ου ταύτα , αλλά πλούτος και περί τους διαίτας ακολασία».»
Ο βέβηλος Αλικαρνασσέας δεν μπορούσε πλέον να μείνει στην πόλη του , γι’ αυτό και αποφάσισε να μεταναστεύσει σε άλλη πόλη , εκεί όπου κανείς δεν θα τον γνώριζε και θα μπορούσαν να ανεχθούν την στάση και την συμπεριφορά του .
Μπαίνει λοιπόν σ’ ένα καράβι και ξεκινά το ταξίδι του προς αναζήτησιν της νέας πόλης που θα κατέστρεφε .
Κυβερνήτης στο καράβι που τον μετέφερε ήταν ο Ίπαλλος , θαλασσοπόρος , γεωγράφος , χαρτογράφος και μετεωρολόγος , ο οποίος ταξίδεψε πολλές φορές από την Αίγυπτο στην Ινδία . Έκανε σωστές μετεωρολογικές παρατηρήσεις κι ήταν ο πρώτος που διέπλευσε τον Ινδικό Ωκεανό , από τις ακτές της Αραβίας εις την Ινδία , πλέοντας στο ανοικτό πέλαγος και όχι κατά μήκος των ακτών , όπως συνηθιζόταν μέχρι τότε .
Ο Ίπαλλος γνώρισε τον Αλικαρνασσέα στο καράβι στο ταξίδι τους από Αλικαρνασσό στην Αλεξάνδρεια και του πρότεινε , καθώς σωστά τον ψυχολόγησε , να μεταβεί στην Κυρήνη διότι εκεί θα έβρισκε ευνοϊκό το κλίμα γι’ αυτόν , όπως ήδη το είχαν διαμορφώσει οι οπαδοί της Κυρηναϊκής Σχολής , που είχαν υπονομεύσει τα ήθη κι είχαν αμβλύνει κάθε αίσθημα θετικό προς τους Θεούς και την πόλη .
Πράγματι ο Αλικαρνασσεύς έφθασε στην Κυρήνη έγινε μαθητής της Σχολής και εκτιμήθηκε τα μέγιστα από την Αρήτη , κόρη του Αρίστιππου του Κυρηναίου μετά της οποίας λένε πως συνεδέθη και ερωτικώς .
Αφού έλαβε το χρίσμα του γνήσιου και άξιου μαθητού της Σχολής πήρε την έγκριση να ιδρύσει παράρτημα της Σχολής στην Απολλωνία , μια πόλη στα παράλια , δίπλα στην Πτολεμαΐδα . Εκεί ο Αλικαρνασσεύς ξεδιπλώνει το πολύπτυχο του εγκληματικού του χαρακτήρος . Ασκεί το επάγγελμα του κυβδηλωποιού , τόσο στο νόμισμα όσο και στις ιδέες . Διαστρέφει κάθε δίδαγμα ιερό και σεβάσμιο και υπονομεύει κάθε αίσθημα πίστεως , συνοχής και φιλίας μεταξύ των πολιτών . Με βασικό επαναστατικό πρόσταγμα : "Πράξε ό,τι επιθυμείς" διδάσκει στους πολίτες ως ύψιστο αγαθό την Στάση , καθόσον έλεγε πως και ο Ηρωδιανός είχε πει «Αρχαίον το των Ελλήνων πάθος αεί στασιάζεσθαι».


Έθεσε λοιπόν τις βάσεις για την καταστροφή της Απολλωνίας , γι’ αυτό και όταν εμφανίστηκαν οι Ρωμαίοι στην περιοχή αυτή ουδείς εκ των πολιτών αντιστάθηκε , εφ’ όσον όλοι τους θεωρούσαν πως είναι πολίτες του κόσμου , και χωρίς δισταγμό ερίφθησαν με μιας στα τάρταρα , μετατρεπόμενοι σε πολίτες του Κάτω Κόσμου .

Οι Έλληνες βδελιττόμενοι τις ιδέες και τα έργα του Αλικαρνασσέως τον έρριψαν ανώνυμο στην Ιστορία , αρνούμενοι να τον μνημονεύσουν και να δημιουργήσουν ακόμη έναν Ηρόστρατο , τον βέβηλο εκείνον που έκαψε τον Ναό της Εφεσίας Αρτέμιδος για να μείνει στην Ιστορία το όνομά του .      


 
 
 
Ηγησίας ο Πεισιθάνατος
 


Ω! ευτυχισμένη Σχολή της Κυρηναϊκής !
Με τους διδασκάλους σου και τους μαθητές σου , και τις συχνές εκδρομές σου , όταν η ζέστη της πόλης γινόταν ανυπόφορη !   
Ήταν πια συνήθεια για την Σχολή , στα μέσα του καλοκαιριού να εγκαταβιεί σε θερινή εγκατάσταση κοντά στην πόλη Βερενίκη , μια περιοχή τόσο πλούσια σε βλάστηση και καρπούς εξωτικούς , που πολλοί θεωρούσαν πως ήταν ο Κήπος των Εσπερίδων .
Σ’ αυτήν την περιοχή κυλούσε ο ποταμός που ονομαζόταν Λήθη , που σε κάποιο σημείο του εξαφανιζόταν μέσα στην γη , έβγαινε όμως ξανά , πιο μεγάλος λίγο πιο κάτω στην Βερενίκη και χυνόταν στην Μεσόγειο , κοντά στην Μεγάλη Σύρτη . Γι’ αυτό και κάποιοι νόμιζαν πως εκεί υπήρχε κι άλλος δρόμος που οδηγούσε στον Άδη .
Αυτός ο άλλος ο Ηγησίας , ο Κυρηναϊκός φιλόσοφος , που έζησε στις αρχές του 3ου αιώνος ένας από τους κυριότερους αντιπροσώπους της Κυρηναϊκής Σχολής , μαθητής του Παραβάτου . Άκμαζε στην Αλεξάνδρεια , την εποχή του Πτολεμαίου του Λαγού .
Αυτός ο Ηγησίας ανάμεσα σε τραπέζια γεμάτα εδέσματα , κρασιά και υπό τους ήχους θεσπέσιων αυλητρίδων ισχυριζόταν πως η ευδαιμονία είναι κάτι φανταστικό , που εκφεύγει των προσπαθειών μας , κάτι αδύνατο και ανύπαρκτο .
Τα κακά υπερτερούν των αγαθών και τα αγαθά , οι σπάνιες δηλ. απολαύσεις που δοκιμάζουμε , δεν έχουν τίποτε το πραγματικό , αφού η συνήθεια και η κοινωνία μπορούν να μας τα αφαιρέσουν .
Για τον Ηγησία μόνον ο παράφρων θεωρεί την ζωή αγαθό , ενώ ο σώφρων αισθάνεται αδιαφορία προς αυτήν και επιθυμεί τον θάνατο .
Όλες οι αρετές , οι απολαύσεις της ψυχής ως και τα πλεονεκτήματα του σώματος εδράζονται στην αδιαφορία και την επιθυμία του θανάτου . Ήταν τόσο ικανός να περιγράφει την ζωή με τα μελανότερα χρώματα , ώστε επονομάστηκε πεισιθάνατος , γιατί έπειθε τους ανθρώπους να πεθάνουν .   
Συνέγραψε μάλιστα κι ένα βιβλίο που του έδωσε τον "Αποκαρτερών" , το οποίο κάποιοι αόριστα λένε πως χάθηκε , άλλοι όμως πιστεύουν πως για την τύχη του ευθύνεται ο Ηγήσιππος ο Ταραντινός , μάγειρος από τον Τάραντα της Μεγάλης Ελλάδος που τον καλούσαν τα καλοκαίρια εκεί στις όχθες του ποταμού της Λήθης .
Ο μάγειρος αυτός είχε γράψει κι έναν οδηγό μαγειρικής με τίτλο "Οψαρτυτικά"  όπου περιέχονταν μεταξύ άλλων και συνταγές για γλυκά και φαγητά που λεγόνταν Κάνδαωλος και αντιστοιχούσε στο σημερινό σουβλάκι .

Υλικά του , κρέας ψητό , πίτα , τυρί , άνηθος και ζωμός .
Αυτός ο μάγειρος λοιπόν βλέποντας το πλήθος των μαθητών της Σχολής να μειώνεται , εξαιτίας της τόσο πειστικής διδασκαλίας του Πεισιθάνατου , φοβούμενος μήπως μείνει χωρίς δουλειά , πήρε μια μέρα το βιβλίο του Ηγησία "Αποκαρτερών" και το πέταξε στην φωτιά με τα σουβλάκια .


Δυστυχώς όμως για τον μάγειρο , δεν κατάφερε να διατηρήσει , την θέση εργασίας του , αφού ο Πτολεμαίος , εξαιτίας της ολέθριας επίδρασης των διδαγμάτων επί των μαθητών του , αναγκάστηκε να κλείσει την Σχολή κι όταν κάποτε τον είδε στην Αλεξάνδρεια τον έδιωξε κι από εκεί .
Λέγεται πως ο Ηγήσιππος επισκέφθηκε κάποτε την Πανόπολη της Άνω Αιγύπτου , για να συναντήσει τον Ζώσιμο τον Πανοπολίτη και να αγοράσει ένα απόσπασμα από το βιβλίο του "Χειρόκμητα" , το οποίο τιτλοφορείτο "Περί ζύθων ποιήσεως" , δηλαδή περιελάμβανε την περιγραφή της με προσοχή τις θεωρίες του Ηγησία , και συνήθιζε να λέει : «Έναν δρόμο ξέρω που οδηγεί έθνη , πόλεις και πολίτες στον Άδη , τον Ηγησία τον Πεισιθάνατο».
 

 



Ο ΑΘΕΟΣ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΦΙΛΟΣ.

 
 

Η φιλοξενία έλαβε μεγάλη ανάπτυξη στους Έλληνες, από τα Ομηρικά ήδη χρόνια και εμφανίστηκε με τρείς μορφές:

  1. Πρόκειται για την από ευσπλαχνία φιλοξενία των ξένων, των αγνώστων ταξειδιωτών, οι οποίοι είχαν ανάγκη περιποιήσεως, όπως η φιλοξενία του Οδυσσέως από τον βασιλέα των Φαιάκων Αλκίνοο.
  2. Αποτελεί συνέπεια της πρώτης, σύμφωνα με την οποία, αυτοί που φιλοξενήθηκαν ήταν από την στιγμή εκείνη συνδεδεμένοι με τον φιλοξενήσαντα με ειδικό δεσμό και υποχρεούντο στο εξής να αλληλοβοηθούνται και να αλληλουποστηρίζονται. Η υποχρέωση αυτή μεταβιβαζόταν και στους απογόνους τους. Τέτοιας μορφής ήταν η φιλοξενία του Τηλεμάχου από τον Νέστορα και τον Μενέλαο.
  3. Δεσμούς φιλοξενίας συνάπτονταν και με ανταλλαγή δώρων, όπως συνέβη με τον Αγαμέμνονα και τον Κινύρα, βασιλέα της Κύπρου.

Η ικεσία αποτελούσε υποχρέωση και ευκαιρία φιλοξενίας. Ο ικέτης που αναγκάστηκε να ζητήσει άσυλο σε κάποιον οίκο θεωρείτο ιερά παρακαταθήκη και τον επεριποιούντο ακόμη και άν ήταν εχθρός. Μόλις ο ξένος έμπαινε στο σπίτι, ο οικοδεσπότης έστελνε την θεραπενίδα του και του έπλενε τα πόδια για να ανακουφιστεί από την κόπωση του ταξειδίου. Άν ο φιλοξενούμενος ήταν άγνωστος, ρωτούσε το όνομά του στην διάρκεια του πρώτου γεύματος. Όταν αποχωρίζονταν αντάλλασσαν δώρα ως ενθύμια.


Χαρακτηριστικό ήταν το επεισόδιο των Γλαύκου – Διομήδους στην Ζ΄ ραψωδία της Ιλιάδος, όπου όταν αναγνωρίζει ο Διομήδης τον “παλαιό πατρώο φίλο” ανταλλάσσουν όπλα “χρυσά με χάλκινα αξίας εκατό βοδιών με αξίας εννέα βοδιών”.

Έτσι δύο εχθροί στο πεδίο της μάχης πέταξαν τα όπλα και αγκαλιάστηκαν και αρνήθηκαν τη μάχη.

Τόσο ισχυρούς δεσμούς σφυρηλατούσε η μοναδική σε όλον τον κόσμο αξία της φιλοξενίας των Ελλήνων, για την οποία μάλιστα είχαν και θεούς προστάτες την Αφροδίτη, την Αθηνά, τους Διοσκούρους, τον Ξένιο Δία και τον Απόλλωνα Θεοξένιο.


Ένας άθεος λοιπόν είναι αδύνατον να ενστερνίζεται τέτοιες αξίες, καθόσον δεν αναγνωρίζει δεν λατρεύει κανέναν από τους θεούς αυτούς της φιλοξενίας.

 
 
ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

 

Ο πλέον σύντομος ορισμός του Κοσμοπολίτη είναι «ο μη προσκείμενος στην έννοια της πατρίδος». Είναι ο άνθρωπος που εγκαθίσταται πότε στον έναν τόπο και πότε στον άλλον , προσαρμοζόμενος σε κάθε ξενική συνήθεια και μεταβάλλοντας τα ήθη του με την ίδια ευκολία που μεταβάλλει και τον τόπο της διαμονής .
Ο Κοσμοπολίτης θεωρεί τον εαυτό του πολίτη όλου του κόσμου και ακολοθεί την άποψη των κυνικών φιλοσόφων που θεωρούσαν ιδεώδες την απαλλαγή του ανθρώπου από τα δεσμά της πολιτείας και της πατρίδος .
Ο ιδρυτής της Στωϊκής φιλοσοφίας Ζήνων ο Κιτεύς στο σύγγραμμά του "Περί Πολιτείας", διδάσκει ότι οι άνθρωποι είναι όλοι ίσοι και γι’ αυτό οφείλουν να έχουν μια πολιτεία .
Εκ της απόψεως αυτής δημιουργήθηκε η θεωρία του κοσμοπολιτισμού , σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος πρέπει να αισθάνεται σαν πατρίδα του ολόκληρη την οικουμένη .
Όσον αφορά τα καθήκοντα και τα δικαιώματα τα σχετικά με την πατρίδα του , αυτά είναι μάταια και άσκοπα .
Ο πατριωτισμός είναι απαράδεκτος για τον κοσμοπολίτη , εν’ όσον δεν αναγνωρίζει το έθνος του ως κάτι το ξεχωριστό . 
Οι Κυνικοί θεμελιώνουν την ίδια άποψη : Ανδρί σοφώ πάσα γη βατή ψυχής γαρ αγαθής πατρίς ο ζύμπας κόσμος» (Δημόκριτος Diels 55b) .
«Ερωτηθείς (ο Αντισθένης) πόθεν είη , κοσμοπολίτης έφη» (Διογ. Λαέρτ.VI63)
Οι Στωικοί θεωρούν πως είναι ανάγκη να ανήκουν όλοι σε μια πατρίδα , πρότυπο μάλιστα αυτής φαντάζονται το Ρωμαικόν Κράτος .
Το ίδιο παραδέχονται και κάποιοι Επικούρειοι και γενικώς η Ελληνιστική περίοδος και ο πρώτος Χριστιανισμός , καθώς και οι διεσπαρμένοι  Ιουδαίοι .
Ο Κοσμοπολιτισμός συμβαδίζει με την απόρριψη κάθε ευθύνης και την εξέλιξη του άκρατου ατομικισμού .  
Από τον Κοσμοπολιτισμό αναφύεται ο Αντιπατριωτισμός . Από την απατρία του περιπλανώμενου σκηνίτου , έως τον αντεθνισμό του Βούδα , από τον στενόψυχο σαρκασμό του κυνικού , μέχρι την πρωτοχριστιανική άποψη για την ευρυχωρία των Ουρανών , ο Αντιπατριωτισμός καταπολεμά την συνείδηση της ομοεθνίας με την χριστιανική θρησκευτική αγωγή που έχει καθολική τάση , την διεθνιστική κίνηση που έχει αντικρατική φορά και την κοσμοπολίτικη ζωή που έχει διαβρωτική και χαλαρωτική επίδραση . Ο αντιπατριωτισμός είναι το χαρακτηριστικό όλων αυτών .


Εγκυκλοπαίδεια Δρανδάκη            


ΑΘΕΟΥΠΟΛΙΣ - Η αδιανόητη πόλη.    
 





Η Κυρηναϊκή Πεντάπολις αποτελείτο από τις πόλεις Κυρήνη , Βερενίκη , Αρσινόη , Πτολεμαΐδα και Απολλωνία . Οι σοφοί της Κυρηναϊκής Σχολής θεώρησαν πως ήταν ικανοί να προσφέρουν ακόμη μια πόλη η οποία θα θεμελιωνόταν επί των αρχών της φιλοσοφίας τους και την οποία θα ονόμαζαν
Πρώτα κατάρτησαν έναν κατάλογο με τα κτίρια που θα εξόριζαν από την καινούρια τους πόλη και τα οποία είχαν σχέση με κάποιον θεό . Προς μεγάλη τους έκπληξη διαπίστωσαν πως ο κατάλογος αυτός ήταν ιδιαιτέρως εκτενής και συμπεριελάμβανε από τα προφανή κτίρια των ναών , των ιερών και των βωμών , έως και αυτά τα οποία δεν είχε περάσει ποτέ από το μυαλό τους πως είχαν κάποια σχέση , όπως οι κατοικίες , αφού στο κέντρο τους έχουν βωμό της Εστίας , οι δημόσιες κρήνες , αφού οι αρχαίοι τις ονόμαζαν Νυμφαία , καθώς ήταν αφιερωμένες σε κάποια Νύμφη .
Ακόμη και τα νεκροταφεία στα οποία τιμούσαν τον Πλούτωνα και την Περσεφόνη .
Οι σοφοί της Κυρήνης βρέθηκαν σε μεγάλη αμηχανία και σε αδιέξοδο . Η δημιουργία πόλεως που να παραβλέπει το ιερόν , και το θείον δεν ήταν δυνατόν να δημιουργηθεί .
Οι σοφοί μας όμως δεν ήταν δυνατόν να σκοντάψουν σε τέτοιες ασήμαντες λεπτομέρειες . Έτσι δημιούργησαν , ως πρωτοπόροι της Αθεΐας , την αδιανόητη πόλη .
Η πόλη αυτή δεν είχε ναούς , βωμούς , ιερά , κανένα κτίριο μυστηριακής λατρείας .
Δεν είχε στάδιο , διότι εκεί λατρεύοντο Έλληνες Θεοί . Δεν είχε γυμναστήρια γιατί εκεί ετιμώντο ο Ερμής και ο Ηρακλής . Δεν είχε βιβλιοθήκη διότι εκεί ετιμώντο η Θεά της Σοφίας Αθηνά και οι Μούσες . Δεν είχε θέατρο διότι εκεί ετιμάτο ο Διόνυσος . Δεν είχε αρχείο διότι εκεί ετιμάτο η Μητέρα των Θεών , εξ’ ου και ονομαζόταν Μητρώο .   
Είναι δύσκολο να απαριθμήσουμε τον μακρύ κατάλογο όλων αυτών που δεν είχε , αφού έμοιαζε να είναι μια κενή πόλη . Είχε όμως τείχη τόσο υψηλά , που καμμία άλλη πόλη του κόσμου δεν είχε ευτυχήσει να έχει . Επειδή η Κυρηναϊκή φιλοσοφία ήταν βαθιά ριζοσπαστική οι κανόνες που θεσπίστηκαν εισέδυαν σε κάθε κοινωνική και ιδιωτική σχέση . Έτσι στην πόλη αυτή καταργήθηκε η ιδιοκτησία , ο ανταγωνισμός το νόμισμα , ο πατριωτισμός , ο στρατός , και η εμπιστοσύνη . 
Εξαιτίας της κατάργησης του πατριωτισμού καταργήθηκε ο Στρατός ως αναχρονιστικός και οπισθοδρομικός θεσμός . Επειδή όμως δεν υπήρχε κανένας ψυχικός η ιερός θεσμός που να συνδέει τους πολίτες αυτής της πόλης , για να κατορθώσουν να κρατήσουν την συνοχή της , θέσπισαν νόμους και θεσμούς , αδιανόητους και απάνθρωπους . Τα παιδιά έπρεπε να καταδίδουν τους γονείς , οι δάσκαλοι τους μαθητές και οι γείτονες τους γείτονές τους .
Αποτέλεσμα ήταν ένα σκοτεινό σύννεφο καχυποψίας να καλύπτει μονίμως την πόλη . Αυτό το ζοφερό περιβάλλον διατηρήθηκε , ώσπου κάποια στιγμή εμφανίστηκαν οι Ρωμαίοι έξω από τα τείχη της πόλεως . Οι πολίτες συνεπείς στις αρχές του κοσμοπολιτισμού που διδάσκονταν με μεγάλη επιμέλεια στα σχολεία της πόλεως , θεώρησαν υποχρέωσή τους να πουλήσουν στους Ρωμαίους όποια πληροφορία θεωρούσαν χρήσιμη και με τα χρήματα που έπαιρναν ήταν πρόθυμοι να εγκατασταθούν σε μία οποιαδήποτε άλλη πόλη .   
Επειδή όμως στο μάθημα αυτό του κοσμοπολιτισμού μάλλον θα πήραν όλοι άριστα , όλοι οι πολίτες ήταν πρόθυμοι να προδώσουν την πόλη , με αποτέλεσμα η τιμή της προδοσίας να πέσει πολύ χαμηλά . Οι Ρωμαίοι αποκτώντας με τον τρόπο αυτόν όλα τα μυστικά της πόλης και μην βρίσκοντας καμμία αντίσταση καθόσον στρατός δεν υπήρχε , εισήλθαν στην πόλη ένα μεσημέρι , κάτω από τον καυτό ήλιο της Κυρήνης και κατέσφαξαν όλον τον πληθυσμό της , και αρνήθηκαν να πάρουν αιχμαλώτους για να τους πουλήσουν ως δούλους , διότι θεώρησαν ότι η πόλη αυτή δεν είναι πόλη αλλά ένας καρκινικός όγκος και οι πολίτες της καρκινώματα , που αν τους έστελναν σε άλλες πόλεις θα τις κατέστρεφαν .
Έτσι συμπεριφέρθηκαν ως χειρουργοί , αφαίρεσαν από την χώρα της Κυρήνης τον καρκινικό αυτόν όγκο και καυτηρίασαν την περιοχή . Γκρέμισαν ότι στεκόταν όρθιο , όργωσαν τον τόπο και έριξαν επάνω του άφθονο αλάτι , ώστε να μην φυτρώσει τίποτε .
Όσο καλός όμως κι αν ήταν ο χειρουργός δεν κατάφερε να καυτηριάσει πλήρως όλη την περιοχή , καθώς τα καρκινώματα είχαν κάνει μετάσταση στις γύρω πόλεις . Τα λίγα και μικρά καρκινώματα ήταν ικανά να μολύνουν ολόκληρη την Πεντάπολη και σήμερα στην περιοχή να μην βλέπουμε παρά μόνον ερείπια .