NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

NOT IN THIS "NEW GREECE"  - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"
NOT IN THIS "NEW GREECE" - ΟΧΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ "ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ"

Tuesday, April 07, 2015

Ο μαραγκός που ήθελε να γίνει φιλόσοφος.


 
Ο μαραγκός που ήθελε να γίνει  φιλόσοφος.

Ένας έπηλυς (1) που ασκούσε το επάγγελμα του μαραγκού, θέλησε να κάνει τον γυιό του φιλόσοφο.
Σε όποιον φιλόσοφο όμως και άν τον πήγαινε, αυτός τον έδιωχνε γιατί ούτε πολίτης ήταν, αλλά και ούτε γυιός του, αλλά γυιός της γυναίκας που τον παντρέψανε για να την φροντίζει.
Κατάφερε τελικά να πείσει κάποιον που αυτοαποκαλείτο φιλόσοφος και την σχολή του την είχε έξω από τα όρια της πόλης και δίδασκε οθνείες (2) θεωρίες που οι άλλοι φιλόσοφοι τις περιφρονούσαν και θεωρούσαν πως υπονόμευαν την ελευθερία και την ανεξαρτησία της πόλης.
Επειδή δεν είχε καθόλου μαθητές, δέχθηκε τον δυσειδή (3) νέο.
Ο καιρός όμως περνούσε και ο νεαρός μαθητής δεν έκανε καμμία πρόοδο. Ούτε την γλώσσα γνώριζε καλά, ούτε και ήταν αρκετά έξυπνος για να κατανοήσει  τις κατά τους άλλους απλές έννοιες που προσπαθούσε να του διδάξει.
Το χειρότερο όμως απ' όλα είναι ότι ο “πατέρας” του αν και πέρασε ένας ολόκληρος χρόνος, δεν πλήρωσε ούτε έναν μήνα από τα δίδακτρα.
Αγανακτισμένος ο φιλόσοφος από την διπλή του αποτυχία γιατί ούτε το ταμείο του γέμισε, ούτε τα μυαλά του περίεργου μαθητή του, τον έδιωξε και έμεινε πάλι μόνος.
Ο μαραγκός πατέρας πήρε τον μαραγκό γυιό, ανέβηκαν σ' ένα γάιδαρο και πήγαν στην Αίγυπτο, την χώρα των μάγων και των ταχυδακτυλουργών. Εκεί ο νέος εμυήθη εις τας Αιγυπτιακάς τέχνας έτοιμος πλέον όχι μόνον να θεωρηθεί μέγιστος ταχυδακτυλουργός, αλλά μάγος, αλλά ακόμη και Θεός. 

Ο Σάχης.

(1)  έπηλυς, -υς, -υ. : ξένος, ξενοφερμένος, ξενόφερτος.
(2) οθνείες : Παράδοξες, ξένες, αλλότριες.
(3) δυσειδής:  ο δύσμορφος, ο άσχημος, ο κακομούτσουνος.


 

Ο μαραγκός που δεν πέθανε.


Παλιννοστήσας εξ Αιγύπτου ο μαραγκός εις την ταπεινήν του οικίαν, εύρε την οικογένειάν του εις αθλίαν οικονομικήν κατάστασιν, καθόσον ο “πατήρ” του είχε πλέον γεράσει για τα καλά και ήταν αδύνατον πλέον γι' αυτόν να δουλέψει.
Ανέλαβε λοιπόν το ξυλουργείον, αλλά όταν του δινόταν η ευκαιρία ασκούσε ευκαιριακά το επιτίδευμα του ταχυδακτυλουργού.
Δυστυχώς όμως ήταν ελλιπείς οι γνώσεις του και λίγα τα κόλπα που του έμαθαν οι πονηροί Αιγύπτιοι, καθόσον και αυτός ακολουθώντας την παλαιάν παράδοσιν της οικογένειάς του, εξαπάτησε τους διδασκάλους του και δεν τους πλήρωσε το σύνολον των διδάκτρων εκταμιεύοντας παρά μόνον την προκαταβολήν και αναβάλλοντας σκοπίμως τα δίδακτρα έχοντας στον νού του να δραπετεύσει την τελευταίαν ημέραν του σχολικού έτους, πράγμα που έκανε.
Οι Αιγύπτιοι γνωρίζοντας το ποιόν και τον χαρακτήρα των μαθητών που έφταναν από την γενέτειρα του μαραγκού, άφηναν το πιο σημαντικό μάθημα το οποίο αποτελούσε και την ουσία, την λύση, την αποκάλυψη των μυστηρίων που ετέθησαν στα προηγούμενα, για την τελευταία ημέρα.
Οι γνώσεις του λοιπόν παρέμεναν επιφανειακές και δεν διείσδυσε στα μεγάλα μυστικά της ταχυδακτυλουργικής, γι'  αυτό και συχνά αργότερα έλεγ娔Σας λέω για να μην καταλαβαίνετε” και από μέσα του επαναλάμβανε “γιατί και εγώ δεν καταλαβαίνω”.
Την οικογένειά του βοηθούσε ένας οικογενειακός φίλος, ο Λούσας,  που μοχθηρές φήμες και κακόβουλες γλώσσες διέδιδαν πως ήταν όπως θα λέγαμε εμείς σήμερα, “άνθρωπος της κυβέρνησης”.
 Ο φίλος αυτός κατήρτησε ένα θεωρητικό πλαίσιο για τις τερατουργίες του μαραγκού και ένα πρόγραμμα παραστάσεων που σήμερα θα ονομάζαμε “μάρκετινγκ πλάν”.
Οι  παραστάσεις περιελάμβαναν μία νέα καινοτομία. Δεν απεκάλυπταν στο κοινό πως είναι ταχυδακτυλουργικές  παραστάσεις αλλά τις παρουσίαζαν σαν να ήταν πραγματικά γεγονότα.
Ένα τυχαίο γεγονός ήλθε να δώσει νέα πνοή στις  παραστάσεις του μαραγκού. Ένας φιλόσοφος που είχε την σχολή του στην περιοχή, αναζήτησε τον ξυλουργό για να του κατασκευάσει μία σκάλα για την σχολή του. Ο  φιλόσοφος αυτός ετιμάτο πολύ από τους συναδέλφους του  και κάποιος μάλιστα τον απεκάλεσε “βιβλιοθήκην έμψυχον και περιπατούν μουσείον”.
Ένα πρωί εισήλθε ο  φιλόσοφος ονόματι Λογγίνος στο εργαστήριο του  μαραγκού και αφού έπιασε την μύτη του από την βρώμα που απέπνεε ολόκληρος ο χώρος, έκανε την παραγγελία του: “Μία σκάλα για την σχολή μου”. Δυστυχώς όμως δεν του παρείχε λεπτομερείς οδηγίες, ούτε κάποιο σκαρήφιμα και άφησε τον μαραγκό να διαλέξει ο ίδιος τις λεπτομέρειες.
Την επομένη ο  μαραγκός επεσκεύθη την σχολή η οποία εβρίσκετο στηριγμένη στην πλαγιά ενός λόφου και οι αίθουσες διδασκαλίας ήταν η μία πάνω στην άλλη σε μία διάταξη από τις κατώτερες, στις ανώτερες τάξεις.
Μελετά ο  μαραγκός τις αποστάσεις και αφού απορρίπτει τα 3, τα 5 και τα 7 σκαλοπάτια προβληματίζεται   εάν πρέπει να χρησιμοποιήσει 12 ή 33 απορρίπτοντας ως υπερβολικόν αριθμόν τα 72.
Λαμβάνει την προκαταβολήν από τον φιλόσοφο και σε εύλογο χρονικό διάστημα φορτώνει την σκάλα σ' ένα όνο που δεν ήταν βέβαια χρυσός και την μεταφορτώνει στην σχολή του Λογγίνου για να την τοποθετήσει και να ενώνει την 1η με την 2η τάξη.
Δυστυχώς όμως ο  φιλόσοφος έλειπε τις ημέρες εκείνες γιατί είχε πάει στο εξωτερικό , στην Παλμύρα για να γίνει σύμβουλος της βασίλισσας Ζηνοβίας.
Αφού έκανε για δύο ημέρες τις εργασίες στήριξης της σκάλας που άλλοι λένε πως είχε 12 και άλλοι 33 σκαλοπάτια, ανέβηκε για να την δοκιμάσει.
Στο τελευταίο όμως σκαλί σηκώνει το κεφάλι και βλέπει μπροστά του έναν γιγαντιαίο κάβουρα. Τόσο τρόμαξε που παραπάτησε και έπεσε από την  σκάλα χτυπώντας άσχημα το έθραυστο κρανίο του. Δεν έφτανε όμως αυτό, αλλά ένας τράγος που που ζούσε την οικία του μαραγκού όρμησε και του έριξε μία κουτουλιά και τον αποτελείωσε.
Η οικογένεια του μαραγκού φώναξε τον Λούσα για την κηδεία. Αυτός λειτουργώντας πάντα ως μάνατζερ του περιφερόμενου θιάσου, σκεύτηκε να εκμεταλλευτεί τον θάνατο του μαραγκού.
Να τι έκανε:  Ο μαραγκός είχε ένα δίδυμο αδελφό που του έμοιαζε καταπληκτικά. Τρείς μέρες μετά την κηδεία του  μαραγκού τον παρουσίασε ως τον ίδιο τον μαραγκό και ισχυρίστηκε πως ναι  μεν σκοτώθηκε  ο  μαραγκός από την πτώση, αλλά καθώς ήταν ισχυρός μάγος.... αναστήθηκε.
Παρουσίασε μάλιστα τα βασανιστήρια που πέρασε ο Λογγίνος στα χέρια των Ρωμαίων του αυτοκράτορος Αυρηλιανού, ως μαρτύρια που υπέστη ο μαραγκός και ισχυρίστηκε πως “εθανατώθη μετ' αδυσωπήτου αυστηρότητος και υπέμεινε τον θάνατον μετά μεγάλης γεναιοψυχίας”.
Σε μίαν περίεργον μάλιστα στροφήν της μοίρας το όνομα του Λογγίνου συμπεριελήφθη στην παντελώς αντεστραμμένη ιστορία του μαραγκού στις δυτικές κοινωνίες. Κάποιοι λένε πως αυτό ήταν έργο των μιαρών Ελλήνων που δεν ξέχασαν τον μεγάλο τους φιλόσοφο. 
Τώρα πλέον ο Λούσα είχε πολλή δουλειά να κάνει. Άνοιξε τα βιβλία των Ελλήνων που είχαν στα χέρια τους, σε μυστικές βιβλιοθήκες οι προϊστάμενοί του και στρώθηκε να γράφει επιστολές στα διάφορα κέντρα της υπηρεσίας του για να κατασκευάσει το μυθιστόρημα “Ο μαραγκός που δεν πέθανε.”


Ο Σάχης.




 
Ο ιπτάμενος μαραγκός.


Η οικονομική στενότης έπνιγε τον μαραγκό. Το εργαστήριό του είχε ελάχιστες παραγγελίες, - κάτι μικροκατασκευές και που και που κανένα σταυρό για τους κατακτητάς Ρωμαίους- οι αδελφοί του δεν δούλευαν και ο πατέρας του ήταν πολύ γέρος και αδύναμος.
Αποφάσισε λοιπόν να αναλάβει δράση. Άνοιξε τις ολιγοσέλιδες σημειώσεις του από την Αίγυπτο και έκανε έναν κατάλογο με τα κόλπα που θα μπορούσε να κάνει. Τα χώρισε σε κατηγορίες: 1. Τυφλοί,  2. Λεπροί 3. Παράλυτοι 4. Δαιμονισμένοι  5. Κωφάλαλοι  6. Νεκροί.
Τα έξι ανωτέρω γίνονται εύκολα και με τον εξής τρόπο: Όλοι οι δεινοπαθούντες πρέπει να είναι από άλλη πόλη, γιατί οι πόλεις είναι μικρές και οι άνθρωποι γνωρίζονται μεταξύ τους. Έτσι ως περιοδεύων θίασος θα έστελνε τα αδέλφια του να προσποιηθούν τους ασθενείς και με κάποια υποκριτική θα έπειθαν τους ανυποψίαστους.
Το πιο εύκολο κόλπο ήταν ο “νεκρός”. Γι αυτόν θα χρησιμοποιούσε έναν εξάδελφό του και τις δύο αδελφές του.
Με τον καιρό σχεδίασε και άλλα κόλπα που άλλα ήταν παιδαριώδη, όπως το να ξεράνει μία μουσμουλιά ρίχνοντας οι συνεργάτες του δηλητήριο στις ρίζες της ή να προβλέψει πως στο διπλανό χωριό κατοικούσε κάποιος συγγενής του που είχε στην αυλή μία καμήλα, αλλά και άλλα πιο σύνθετα και δαπανηρά.
Σκεύτηκε να περπατήσει πάνω στην φωτιά όπως έκαναν κάθε χρόνο  κάτι έποικοι Θράκες από διπλανό χωριό. Στις δοκιμές όμως έπαθε τέτοια εγκαύματα που για δύο μήνες έμεινε στο κρεββάτι βογγώντας και καταρώμενος την ιδέα του.
Σκεύτηκε να κολυμπήσει στην λίμνη από την μιά άκρη ως την άλλη , αλλά απέρριψε και αυτήν την ιδέα αφού δεν ήξερε καθόλου να κολυμπά.
Τους λαγούς μέσα από το καπέλο τους απέρριψε , γιατί δεν υπήρχαν λαγοί στην περιοχή . Σύντομα θα επέλεγε τους λαγούς με τα πετραχήλια.
Από ιατρική δεν γνώριζε τίποτε γι' αυτό και όταν έκανε τον οφθαλμίατρο χρησιμοποιούσε φάρμακα απλά. Την λάσπη.
Σε μία περίπτωση εφήρμοσε την τηλεϊατρική, που θα εφευρίσκετο 2.000 χρόνια αργότερα. Έβαλε έναν “πατέρα” να ζητήσει μπροστά στο πλήθος να κάνει καλά τον ασθενή υιό του. “Καλά” του είπε, “πήγαινε στο σπίτι σου και ο γυιός σου έγινε καλά”.
Ήταν το εύκολο κόλπο.
Σκεύτηκε να περπατήσει στα νερά, γι' αυτό όμως χρειαζόταν μία κατασκευή.  Σκεύτηκε επίσης να ταΐσει καμμιά εκατοστή πειναλέους με αθερίνες και μαρίδες. Εδώ ζήτησε την χρηματοδότηση των φίλων του των τοκογλύφων που επισήμως τους έβριζε και τους εκαταράτο.  Δεν ήταν άλλωστε και μεγάλη η επένδυση.
Το απλούστερο κόλπο ήταν το νερό που γίνεται κρασί. Οι Έλληνες πωλούσαν στα μαγαζιά τους στο διπλανό χωριό αγγεία με διπλό πάτο.
Ο καλλιτέχνης κάποιαστιγμή όμως κουράζεται και βαριέται τα παλιά κόλπα και αισθάνεται πως η μοίρα τον καλεί για το έργο που θα αφήσει ιστορία.
Σκεύτηκε λοιπόν να αναληφθεί στους ουρανούς. Για μέρες προβληματιζόταν πως θα πραγματοποιήσει το μεγαλόπνοο σχέδιό του. Είχε ακούσει για κάποιον Απολλώνιο τον Τυανέα που λένε πως τα κατάφερε, αλλά θα έπρεπε να γίνει Πυθαγόρειος και να παραμείνει για άσκηση άλαλος για πέντε χρόνια αλλά και να μάθει μαθηματικά που στο σχολείο ήταν τόσο αδύναμος.
Κάποιος πολυταξιδεμένος συμπολίτης του  τον πληροφόρησε πως η λύση στο πρόβλημά του βρισκόταν στην Αλεξάνδρεια και λεγόταν Ήρων (όχι μέ έψιλον γιώτα)
Μάζεψε όσα χρήματα είχε και ζήτησε και μερικά δάνειο από τον τοκογλύφο του χωριού (αργότερα θα του πέταγε τον πάγκο κάτω για να δείξει ότι τον πνίγει το δίκιο, ενώ στην πραγματικότητα είχε δημιουργηθεί μία προστριβή ανάμεσά τους επειδή δεν του εξόφλησε το δάνειο) και νάσου μπροστά στην πόρτα του Ήρωνα.
Ήταν βράδυ, κατάκοπος και αποθαρρυνμένος. Ο Ήρων όμως δεν ήταν κανένας τυχαίος ωρολογοπώλης. Ήταν ο διευθυντής του Μουσείου της Αλεξάνδρειας, του πρώτου ανώτατου τεχνικού ιδρύματος στην παγκόσμια ιστορία.
Κτυπά την πόρτα και του ανοίγει ο υπηρέτης.
– Τι θέλετε αγαπητέ μου; τον ρωτά.
– Θέλω ένα μηχάνημα  να πετάξω στα ουράνια. Τον απαντά.
– Ήπιατε;
– Καθόλου.
– Είσαστε σίγουρος;
– Ούτε γουλιά.
– Κοιτάξτε στην έκθεσή μας. Έχουμε μία διόπτρα, σκηνικά για το θέατρο, βαρούλκα, αστρολάβους, ελαιοτριβεία, μία αιολόσφαιρα, ένα οδόμετρο, ένα αρμόνιο (ίσως το χρειαστείτε για τα μαγαζιά που θα ανοίξετε αργότερα), ωρολόγια υδραυλικά και διάφορες αυτόματες μηχανές, ένα χορεύον αγαλματίδιο και αυτόματες μηχανές που λειτουργούν με κέρμα.
Την  αιολόσφαιρα δεν σου την συστήνω  γιατί με καλή τύχη  θα βρεί τα σχέδια σε κάποιο μοναστήρι ο Βατ και θα εφεύρει την ατμομηχανή.
Αγαπητέ μου δεν έχω κάτι που να ικανοποιεί τις απαιτήσεις και τις προσδοκίες σας.
Ο Αρχύτας έχει εφεύρει το αεριωθούμενο, αλλά βρίσκεται ακόμη στο στάδιο των δοκιμών. Εγώ θα σας πρότεινα να γυρίσετε στο χωριό σας και να ασχοληθείτε με κάτι που θα σας ταιριάζει περισσότερο.
– Με τι δηλαδή;
– Τι να σας πω.  Ανοίξτε πατσατζίδικο.
–  Ξέρετε εμείς απέχουμε του χοιρινού κρέατος. Τι θα γίνει όμως με τα όνειρά μου;
– Αγαπητέ μου μην πάψετε ποτέ να ονειρεύεστε. Ίσως κάποια μέρα κάποιοι μυθιστοριογράφοι γράψουν για σας πως κατορθώσατε τα πλέον ασυνήθιστα τολμήματα.
Με μίαν γραφίδα και έναν πάπυρο μπορεί όχι μόνον να πετάξετε στους ουρανούς, αλλά και να αναστηθείτε από τους νεκρούς.



Ο Σάχης.